Friday, 27 September 2013

The Destroyer

Barry Windsor Smith: Conan the Destructor

The Destroyer by K. Palamas (my translation)

Listen! I am the Destroyer, because I 'm also the builder,
denial's the chosen one, the dearest son of faith,
Destruction also needs mind and heart and hands.
In the midnight of hate flickers the star of a desire.

And if I am the offspring of the night, the father of destruction,
I always look towards the distant light of day.
I am the ruthless earthquake, I am also the sharp-eyed,
the beholder of the distant, the thief and the defender,
and with my flintlock and my mace
I turn the town into wilderness, I turn the field into heath.
You 'd better sprout! the thistles, you 'd better howl! the wolves,
you 'd better surge! the rivers, you 'd better open! the graves,
and thunder! the dynamite and trickle! the blood, 
rather than being the lord in the towers and the deceit in the temples.
The world of the firstborn times with the beasts
is coming again. Welcome. I destroy the ugliness.
I am a powerless child enslaved by
the cowardice that keeps asking and neither "yes" nor "no",
nobody replies to him, and keeps waiting
for the reason that does not come, and a shame ties him.
But only when I will hold the axe in my hand,
and my axe become my soul with abundant anger.
I wonder which wizard, which wraith worked on its steel
and I feel my heart as flame and my head as rock,
and I want to move forward and open wide places,
and with a "Yes" to dash and with a "No" to thunder?
Riding on my magic horse, I am not afraid of whoever you are.
Listen! a command comes from within it: Destroy!


Ο Γκρεμιστής (Κ. Παλαμάς)

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης, 
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. 
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. 
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, 
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας. 
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης, 
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης 
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι 
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι. 
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, 
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι, 
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα, 
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα. 
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια 
ξανάρχεται. Καλώς να ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια. 
Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει 
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι 
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει 
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει.
Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω, 
και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο. 
Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι 
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι, 
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω, 
και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Όχι να βροντήξω; 
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε 
γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!